προτροπή

προτροπή
η
1) уговаривание; побуждение, поощрение (к чему-л.); настраивание (на что-л.); 2) подстрекательство

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "προτροπή" в других словарях:

  • προτροπῇ — προτροπή exhortation fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτροπή — exhortation fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτροπή — η, ΝΜΑ [προτρέπω] 1. παρόρμηση, παρακίνηση (α. «οι προτροπές της δεν είχαν απήχηση» β. «ἡ Σωκράτους προτροπὴ ἡμῶν ἐπ ἀρετὴν», Κλειτ.) αρχ. 1. επείγουσα πρόσκληση («κατὰ τὴν προτροπὴν τῆς βουλῆς», πάπ.) 2. αυθόρμητη παρώθηση 3. απωστική δύναμη 4.… …   Dictionary of Greek

  • προτροπή — η η πράξη του προτρέπω, η παρακίνηση: Η προτροπή στα παιδιά να μελετούν πρέπει να είναι συνεχής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προτροπῆι — προτροπῇ , προτροπή exhortation fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτροπαῖς — προτροπή exhortation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτροπαί — προτροπή exhortation fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτροπᾶν — προτροπή exhortation fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτροπᾶς — προτροπή exhortation fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτροπῆς — προτροπή exhortation fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτροπήν — προτροπή exhortation fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»